Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

15.3.12

ΣΧΟΛΕΙΟ: ''Μια μετριότητα'', (σαν τον..Strindberg!)



Ο πασίγνωστος Σουηδός θεατρικός συγγραφέας και μυθιστοριογράφος Αυγουστος Στρίντμπεργκ (August Strindberg) ως μαθητης ειχε μόνο προβιβασιμο βαθμο στα Σουηδικά, αλλά είχε υψηλες βαθμολογίες στη διαγωγη, διαβαζουμε στο Αρχείο της πολης της Στοκχόλμης.

Το Αρχείο της Στοκχόλμης φερνει στο φως τις σχολικες επιδοσεις του συγγραφεα και στοχευει στην ψηφιοποίηση του υλικού που συνδέται με τον συγγραφέα. Στον ιστοτοπο Stockholmskällan συμπεριλαμβανονται τωρα και οι βαθμοι του σχολείου του ...μέτριου Αυγουστου!

Αρκετοί από αυτούς θα παρουσιαστουν στο πρωτοτυπο στη πολιτιστικη βραδυα της Στοκχόλμης στις 21 Απριλίου, που θα συμπεριλαμβανει κάτι από το θέμα Στρίντμπεργκ. 

Για παράδειγμα, τους βαθμους που πηρε το φθινόπωρο στο δημοτικό σχολείο, Klara, το 1859. Οταν ο Στρίντμπεργκ ήταν 10 χρονων φαίνεται ότι είχε μόνο «αδυνατες γνώσεις στα μαθηματικα αλλα πηρε προβιβασιμο βαθμο στα άλλα μαθηματα, συμπεριλαμβανομένων των Σουηδικων, Γαλλικων, Γερμανικων Λατινικων, και Ελληνικων, αλλα ουτε ένα μαθημα «Με έπαινο». Ωστόσο, το αγόρι που θα γίνει αργοτερα ο επαναστατικος συγγραφέας πηρε βαθμο "Πολύ καλα" στη διαγωγη του.

22.2.12

Αρωμα ΖΩΗΣ / Ενα γράμμα


Το λεει καθε μερα ο κοσμος στο δρομο, τους φασκελωνουν σε παρελασεις, τους αποδοκιμαζουν σε καθε ευκαιρια, το διαβαζεις, το ακους και το βλεπεις, μεχρι και σε συνεντευξεις σε ξενα καναλια, oπως το ζουμε κι εμεις καθημερινα. 

Ο κοσμος δεν αντεχει αλλο, πια, τη κοροιδια τους. Αυτοι, ομως, επιμενουν να λενε οτι μας ...''σωζουν'' (!!!) To τι σωζουν, ολοι πια εχουμε καταλαβει, αλλα το παραλογο ειναι οτι τους αφηνουμε ακομη να μας ''σωζουν'' με ενα τροπο που μας..στραγγαλιζει!

Μεσα σ ολη αυτη τη μαυριλα, ερχεσαι να διαβασεις ενα γραμμα απο το ...παρελθον, απο εναν γιγαντα της Ελληνικης Λογοτεχνιας και απορεις πως ειναι δυνατον ενας τετοιος ανθρωπος να ειναι απο την ιδια χωρα μ αυτους τους αναλγητους, μικροψυχους και οσφυοκαμπτες...λογισταδες, που εχουν το θρασος να υπαγορευουν κανονες....υποδουλωσης της ζωης μας! 

Το γραμμα αυτο το βρηκα εδω και εδω και το παραθετω, πιο κατω, γιατι αξιζει τον κοπο να κανει κανεις τις συγκρισεις του με ΕΛΛΗΝΕΣ και..ραγιαδες! 

22.4.11

"Towards the door we never opened": Κάποια ''πεφταστέρια''



Εδω και χρονια εχω απομυθοποιησει γιορτες που σχετιζονται με...εθνικοθρησκευτικα θεματα, πολυ φαγητο και (υποτιθεται) πολυ..χορο! 
Ετσι παραμενω στη κατηγορια οσων δεν καταλαβαινουν το νοημα του ...θανατερού-αυτου-πραγματικα-συνδυασμου και καθε φορα πρεπει να εφευρισκω κατι αλλο για να αντεχω το κλιμα των ημερων...

Ας γιορτασουν οσοι θελουν, αν υπαρχει δηλαδη τιποτα να γιορτασει κανεις, οπως ειναι σημερα τα πραγματα. 
Για το μονο που αξιζει (και ειρωνικα το μονο που δεν..γιορταζεται!) ειναι το να μπορει κανεις ακομα να ..στεκεται, παρα τα χτυπηματα που δεχεται καθημερινα, απο αυτους που ειναι σημερα στην εξουσια, οπως και να μπορεσει να πολεμησει ολα αυτα που υποτιθεται γινονται για "την αναπτυξη της χωρας", χωρις τη συναινεση, oμως, του μεγαλυτερου μερους του πληθυσμου στην Ελλαδα!

Ας γιορτασουν λοιπον και φετος μονοι τους...

Αυτο που θα ηθελα αποψε ειναι να καταφερω να δω τη βροχη απο τα...«πεφταστέρια», τις Λυρίδες, που ειδικα τη νύχτα της Μ. Παρασκευής μεχρι και τα χαράματα του Μ. Σαββάτου, θα φαινονται, οπως διαβασα, στο βόρειο ημισφαίριο και στην Ελλάδα. 

Οι αστρονόμοι λενε ότι την επόμενη φορα η βροχή «πεφταστεριών» θα ειναι το 2040-41.

Αναρρωτιεμαι αν θα μπορεσω, αραγε να δω, ξανα τις Λυριδες, στη ζωη μου...


''Time present and time past
Are both perhaps present in time future,
And time future contained in time past.
If all time is eternally present
All time is unredeemable.
What might have been is an abstraction
Remaining a perpetual possibility
Only in a world of speculation.
What might have been and what has been
Point to one end, which is always present.
Footfalls echo in the memory
Down the passage which we did not take
Towards the door we never opened
Into the rose-garden. My words echo
Thus, in your mind....''



11.4.11

Ο Βάρναλης, οι 2 Ελλάδες & το "κελάηδημα της τσίχλας"


"Τσίχλα την παρανομιάζανε στο χωριό την Αννούλα. Κι έζησε και πέθανε τσίχλα.
Ήτανε μιας μπουκιάς ανθρωπάκι. Αδύνατη, με ψιλά κανιά, δίχως βάρος, πετούμενη. Δεν περπατούσε — πήδαγε κ έτρεχε.

Αλλά για ποιο χωριό μιλάμε;

Για έν’ από κείνα τα βουνίσια, που σκαρφαλώνουνε στην πλαγιά του βουνού κι είναι όλα τα ίδια. Όμορφα, μα φτωχά και μίζερα κι αφημένα στην τύχη τους κι από θεούς κι ανθρώπους.

Μια ρεματιά στην κατηφοριά με τις κόκκινες ροδοδάφνες και μια γιδόστρατα, που φέρνει μες από το δάσος των πεύκων στην κορφή του βουνού. Τόσο απόμερο, ξεχασμένο χωριό, που σχεδόν είχε κι αυτό ξεχάσει τ’ όνομά του.

Δεν του χρειαζότανε, λες και του ’πεφτε βάρος.

Αλλ’ όσο τους λείπουνε των μικρών αφτών χωριών πολιτισμός, φροντίδα και χορτασιά, τόσο τους περισσεύ’ η ψυχή. Ψυχή του λαού.

Είμαστε στον τελεφταίο χρόνο της Κατοχής.

Το χωριό, που λέμε, βρισκότανε στα σύνορα των δυο Ελλάδων: της λεύτερης και της συνεργαζόμενης. Αλλά προς τα εδώ.

Ένα γερμανικό φυλάκιο προσπαθούσε με τους ναζήδες τους δικούς του και τους τσολιάδες τους «δικούς μας» να μποδίζει τη λευτεριά να κατέβει απ’ την κορφή του βουνού προς τα κάτου - στον κάμπο. Γιατί κει ψηλά στην κορφή του βουνού είχανε φωλιάσ’ οι αγωνιστές του έθνους κι ετοιμάζανε «καλά Χριστούγεννα» για τους εχθρούς.

Με την απελευθερωτικήν επιτροπή του χωριού είχανε συχνήν επαφή. Αλλά πώς; Μέσον της Τσίχλας. Ήτανε κόρη μιας φτωχιάς χηρευάμενης του χωριού, που ο άντρας της σκοτώθηκε στην Αλβανία. Οχτώ με δέκα χρονών η Τσίχλα. Μα γεμάτη φωνή, ξυπνάδα και μίσος εναντίον των εχθρών. Και σβέλτη και μπασμένη στη ζωή — σαν ώριμο πλάσμα — κι αδείλιαστη.

Καλός καιρός στα τέλη του Δεκέμβρη. Ήλιος και στέγνη — μα και κρύο τσουχτερό.

Η Τσίχλα μαζί μ’ άλλα παιδιά (τα σκολειά κλεισμένα!) βγαίναν έξω απ’ το χωριό σ’ ένα πλάτωμα προς το ρέμα και παίζανε μπροστά στα μάτια των Γερμανών και των τσολιάδων.

Παίζανε τόπι.

Η Τσίχλα, πάνου στο φούντωμα του παιχνιδιού, τίναζε το τόπι όσο μπορούσε μακρύτερα προς το ρέμα κι ύστερις έτρεχε, όσο μπορούσε πιότερο, να το φτάσει.

Το τόπι κυλούσε κάτου στη ρεματιά κι η Τσίχλα κυλούσε κι αυτή.

Όχι πολύ ψηλά, μέσα στο δάσος την περιμένανε κατά το μεσημέρι, κάθε μέρα δυο αντάρτες. Τους έδινε το μήνυμα γραμμένο ή στοματικά της Επιτροπής και ξαναγυρνούσε πίσου λαχανιασμένη (για να μην αργήσει) με το τόπι στα χέρια!

Αλλ’ αυτό το ταχτικό χάσιμο της Τσίχλας μέσα στο δάσος πονήρεψε τους «εχθρούς» ξένους και δικούς.

— Πρέπει να ιδούμε τι τρέχει, με τρόπο –γιατί το μωρό είναι πολύ πονηρό...


Αλλά δε χρειάστηκε τρόπος. Ο πρόεδρος του χωριού, δεξί χέρι των Ναζήδων, έκανε την τελευταία του υπηρεσία «προς την πατρίδα». Τους πληροφόρησε τι συμβαίνει.

Όταν την άλλη μέρα, παραμονή των Χριστουγέννων, η Τσίχλα ξανάκανε το «παιχνίδι» της, τρέξανε πίσω από το τόπι ναζήδες και «δικοί», σταματήσανε το τόπι τη σταματήσανε κι αυτήνε. Και την ψάξανε.

Βρήκανε χωμένο μέσα στα μαλλιά της ένα χαρτάκι.
— Έλα δω, πουλάκι μου, τη ρώτησε o πρόεδρος. Ποιος σου το ’δωσε τούτο;
— Μόνη μου το ’γραψα.
— Και τι ξέρεις εσύ από τέτοια πράματα;
— Όλοι μας ξέρουμε.
— Και τι άλλο «παιχνίδι» ξέρεις;
— Όλα. Και να τρέχω. Και να πηδώ. Και να τραγουδώ. Να σκαρφαλώνω στα δέντρα να καρπολογώ και να πιάνω πουλάκια στις φωλιές τους.
— Για σκαρφάλωσε σ’ αυτήνε την ελιά να σε ιδούμε; Η Τσίχλα βρέθηκε σ’ ένα λεπτό πάνω στο δέντρο.
— Ξέρεις, είπες, να τραγουδάς. Για πες μας κανένα «σκοπό» ν’ ακούσουμε; Ό,τι σου αρέσει.
Κι’ η Τσίχλα με λαγαρή παιδιάστικη φωνή κελάηδησε.
— «Μαύρ’ είν’ η νύχτα στα βουνά...» (Αυτό το τραγούδι ήτανε τότες το πιο συνηθισμένο τραγούδι των σκλαβωμένων Ελλήνων).

Μπαμ!, μπαμ!, μπαμ!...

Οι Γερμαναράδες κι οι τσολιάδες τη βάλανε στο σημάδι και τη σκοτώσανε σαν πουλί. Και το πουλί σωριάστηκε χάμου, μιας φούχτας σώμα κι απέραντη ψυχή. Η ψυχή όλης της Ελλάδας.

Περασμένα μεσάνυχτα, την ώρα που οι καμπάνες διαλαλούσανε τη γέννηση του «Σωτήρος», πέσανε ξαφνικά στο χωριό οι αντάρτες — και ναζήδες και «δικοί» κι ο πρόεδρος πλήρωσαν με τη ζωή τους το άναντρό τους έγκλημα.

Κ’ ύστερα;
Ύστερα από ένα χρόνο η «Ελευθερία» είχε κυνηγηθεί στεριάς και πελάου απ όλην την Ελλάδα. Αλλά κάθε Χριστούγεννα, μετά τα μεσάνυχτα, οι χαρούμενοι αντίλαλοι της καμπάνας δεν μπορούν να πνίξουνε το θλιβερό κελάηδημα της Τσίχλας και το κλάμα της Πατρίδας..."   Κώστας Βάρναλης





18.11.10

Μόνο εμένα μου τη δίνει ο..Harry Potter;

Σε μια συζητηση με γνωστους μου ακουσα οτι εψαχναν να αγορασουν για το παιδι τους το τελευταιο βιβλιο της σειρας με τις περιπετειες του Harry Potter! Δεν ξερω κι εγω ποιο νουμερο ειναι, το εκτο, το εβδομο; (!)

"Α, εμεις εχουμε ολα τα προηγουμενα", μου ειπαν, με υφος που εδειχνε οτι δεν σηκωναν αντιρρησεις! 
Παρ ολα αυτα τους ειπα οτι δεν καταλαβαινω τι βρισκει κανεις σε αυτα τα βιβλια που τα θεωρω...new age (σκουπιδια!) και παραπλανητικα, αφου ασχολουνται με την αποθεωση της...μαγειας, δρακους, βοτανα, σκουποξυλα που πετανε κλπ...Μηπως κανω λαθος και δεν εχω πιασει τα ....βαθεια νοηματα των βιβλιων της...ικανοτατης, (και) στις εισπραξεις, J. K. Rowling; 

"Aναπτυσσουν τη φαντασια, ειπε! Δε θα κανω εγω τα παιδια μου...."στρατιωτακια", ειπε ο γνωστος μου, λες κι εγω εχω αυτον ακριβως το σκοπο, που...δεν αγοραζω βιβλια Harry Potter"!!

4.8.10

"A Single Man’s" revelations

George: "Oχι, ο κ. Ηuxley δεν ειναι αντι σημιτης. Οι Ναζί εκαναν προφανώς λάθος που μισούσαν τους Εβραίους. Αλλά το να μισουν τους Εβραίους δεν ήταν χωρίς αιτία....Αλλά η αιτία δεν ηταν πραγματικη. Η αιτία ήταν προιον της φαντασιας καποιου. Η αιτία ήταν ο ΦΟΒΟΣ. 
Ας αφήσουμε τους Εβραίους έξω από αυτα για μια στιγμή και σκεφτείτε μια άλλη μειονότητα. Μια που μπορεί να περναει απαρατήρητη, αν χρειάζεται.

Υπάρχουν όλα τα είδη των μειονοτήτων, οι ξανθιές για παράδειγμα, αλλά μειονοτητα θεωρειται μονο αυτη που αποτελεί κάποιου είδους απειλή για την πλειοψηφία. Μια πραγματική απειλή, ή μια φανταστικη. Και εκεί μεσα βρίσκεται ο ΦΟΒΟΣ. Και, αν η μειονότητα είναι κατά κάποιον τρόπο αόρατη ο φόβος είναι ακόμα μεγαλύτερος. Και ο ΦΟΒΟΣ είναι ο λόγος που καταδιωκεται η μειονότητα. Έτσι, υπάρχει πάντα μια αιτία. Και η αιτία είναι ο φόβος. Οι μειονότητες είναι απλώς άνθρωποι. Ανθρωποι σαν κι εμάς.

Ο φόβος, σε τελική ανάλυση, είναι ο πραγματικός εχθρός μας. Ο φόβος εχει καταλαβει τον κόσμο μας. Ο φόβος χρησιμοποιείται ως εργαλείο χειραγώγησης της κοινωνίας μας. 
Ειναι το πως οι πολιτικοί πλασαρουν τις αποψεις τους και πώς η Madison Avenue μας πoυλα πράγματα που εμείς δεν εχουμε ανάγκη. Σκεφθειτε το. Ο φοβος ότι υπάρχουν κομμουνιστές που κρύβονται σε κάθε γωνία, ο φόβος ότι κάποια μικρή χώρα της Καραϊβικής που δεν πιστεύει στον τρόπο ζωής μας συνιστά απειλή για εμάς. Ο φόβος ότι η μαύρη κουλτούρα μπορει να μας κανει καταληψη. Ο φόβος των…γοφων του Elvis Presley, ίσως αυτος είναι ένας πραγματικός φόβος. Ο φόβος ότι η κακή μας αναπνοή θα μπορούσε να καταστρέψει τις φιλίες μας ... Ο φόβος του οτι γερνάμε και θα μεινουμε μόνοι..... "

Aποσπασμα απο τη ταινια "A Single Man

by Christopher Isherwood (''I often feel that worse than the most fiendish Nazis were those Germans who went along with the persecution of the Jews not because they really disliked them but because it was the thing'').
 

15.7.10

Mεγάλος ...μπελάς τα όνειρα!

''-Mεγαλος μπελας τα ονειρα, συμφωνησε ο Βουλίμιος Βλήμας- ηταν παχουλος, ροδοκοκκινος, με σακουλες γυρω απο τα ματια και στηθος γεματο παρασημα. Κατι ονειρακια τοσα δα, που δε σου γεμιζουνε το ματι, φουντωνουνε καμμια φορα, φουντωνουνε σαν τη φωτια, γινονται σιφουνας, λαιλαπα γινονται και κανουνε τον κοσμο ανω κατω! Ο Αρπατιλαος αλλαξε χρωμα κοιταξε πισω απο τον ωμο του και ξεροκαταπιε.

- Τι εχετε να προτεινετε; ρωτησε πιπιλωντας την ακρη του σκηπτρου του ανησυχος.

-Μονο αν τους στερησετε τα ονειρα, τοτε μονο θα ησυχασετε, τον συμβουλεψε ο Βουλιμιος Βλημας με τη βροντερη φωνη του. Προτεινω να βγαλετε ενα νομο που θα απαγορευει αυστηρα τα ονειρα. Και εγω θα αναλαβω την εφαρμογη του.  Θα οργανωσω ονειρικες περιπολιες που θα σπανε τις πορτες, θα μπαινουν στα σπιτια και θα "περιποιουνται" οσους παραβαινουν τον νομο!

-Εγω προτεινω να βαλουμε ονειρικα παρκομετρα, συμβουλεψε ο Τiλιος Ξεφτιλιος, που ειχε φημη οικονομολογου. Ετσι, δε θα τους συμφερει να ονειρευονται και θα τους κοπει αυτη η κακη συνηθεια. Ο Αρπατιλαος ζυγισε με το νου του τις δυο αυτες προτασεις.

-Εσυ, Σαυριλιε, τι λες, ρωτησε τον τριτο αυλικο του.

-Λεω οτι τα μετρα που προτεινουν οι εκλεκτοι συναδελφοι ειναι σοφα αλλα ανεφαρμοστα. Το προβλημα με τα ονειρα ειναι οτι δεν υποκεινται ευκολα σε ελεγχο. Ειναι κρυμμενα πισω απο τα μετωπα, πισω απο τις ρυτιδες, βαθια, πολυ βαθια μεσα στα κεφαλια.
-Θα προτεινα να τους σπαμε τα κεφαλια, αλλα δεν το προτεινω, γιατι ποιος θα πληρωνει μετα τους φορους; Ποιος θα σκαβει στα αδαμαντωρυχεια; Ποιος θα πλεκει συρματοπλεγματα;...ειπε ο Ξεφτιλιος επιβεβαιωνοντας αλλη μια φορα τη διορατικοτητα του..

Ο Αρπατιλαος χλωμιασε ακομα πιο πολυ.

-Δηλαδη δε γινεται τιποτα; ρωτησε.

-Πως δε γινεται! Αμα υπαρχει κακη θεληση, ολα γινονται, δηλωσε ο Σαυρατιλιος. Δωστε μου λιγο χρονο και σας υποσχομαι να κανω μια καταχθονια εφευρεση που θα μας απαλλαξει μια και καλη απο τα ονειρα των υπηκοοων σας.....

-Μια βδομαδα σου αρκει; 

-Οχι, το κακο πραγμα αργει. Οι μαγικες εφευρεσεις δεν ειναι ευκολη υποθεση. Χρειαζονται χρονο, σκεψη και εμπνευση.......''

(Αποσπασμα απο τα Μαγικα μαξιλαρια, του Ευγενιου Τριβιζά)

1.7.10

Things we [should NOT] tolerate / Το παράλογο της εποχης & o Καμύ

Οι παραλογες καταστασεις που ζουμε με εσπρωξαν και σε διαβασματα των γραπτων του Kαμύ (Camus) και ειδικα σε καποια αποσπασματα που ειχα διαβασει χρονια πριν και δεν μου ειχαν κανει την ιδια εντυπωση, οσο τωρα που τα ξανακοιταζω...Γιατι αραγε οσο περναει ο καιρος ανακαλυπτουμε πραγματα που παλιοτερα δεν τους διναμε την ιδια σημασια; [κατι που φυσικα δεν ισχυει μονο για την λογοτεχνια...] 
Ο Kαμύ παντως στην προσπαθεια του να καταλαβει τη φυση μας χρησιμοποιει σε πολλα του εργα "δυϊσμούς" οπως: Ευτυχία και λύπη, σκοτάδι και φως, ζωή και θάνατο, κλπ. θελοντας να υπογραμμίσει το γεγονός ότι η ευτυχία είναι κατι το φευγαλέο και ότι η φυση του ανθρώπου είναι φθαρτη.

Στον Μυθο, ο δυϊσμός αυτός γίνεται ένα παράδοξο: Εκτιμούμε τη ζωή και την ύπαρξή μας τόσο πολύ, αλλά την ίδια στιγμή γνωρίζουμε ότι καποτε θα πεθάνουμε και τελικά οι προσπάθειές μας είναι χωρίς νόημα. Αν και μπορούμε να ζήσουμε με ενα τετοιο δυϊσμό (δλδ. μπορώ να δεχθώ τις περιόδους της δυστυχίας, επειδή ξέρω ότι θα γευθω και την ευτυχία που θα έρθει), δεν μπορούμε να ζήσουμε με το παράδοξο (νομίζω ότι η ζωή μου έχει μεγάλη σημασία, αλλά πιστεύω επίσης ότι είναι χωρίς νόημα). 
Πώς ομως αντιμετωπίζουμε το Παραλόγο και πώς ζούμε με αυτό; Η ζωή μας πρέπει να έχει νόημα για μας, για να την εκτιμήσουμε. Αν δεχτούμε ότι η ζωή δεν έχει κανένα νόημα και ως εκ τούτου δεν έχει αξία, τι πρεπει να κανουμε;

Στον "Ξενο" ο παράλογος ήρωας, Meursault, σκοτωνει έναν άνθρωπο και προκειται να εκτελεστεί, ενω στο "Καλιγούλας" ο ηρωας καταλήγει να παραδεχτει οτι η παραλογη λογική του ήταν λάθος και πεφτει θυμα μιας προμελετημενης δολοφονιας. Και ενω εννοιες όπως η συνεργασία, η κοινή προσπάθεια και η αλληλεγγύη είναι βασικες για τον Kαμύ που η συμβολή του στη κατανοηση του Παραλόγου ηταν σημαντικη, μεσα απο τα εργα του , αυτος παντα απερριπτε τον μηδενισμο σαν απαντηση.

"If nothing had any meaning, you would be right. But there is something that still has a meaning." Second Letter to a German Friend, (Δεκ. 1943)

Αυτο ομως που πραγματικα με εντυπωσιασε ψαχνοντας λιγο περισσοτερο τα κειμενα του ηταν ενα αποσπασμα-διαμαντι που βρηκα εδω (και το παραθετω πιο κατω) που δειχνει ενα διαφορετικο Kαμύ ,καθολου απαθη και σαρκαστικο οπως σε αλλα κειμενα του, αλλα ενα ανθρωπο με μεγαλες ευαισθησιες....

Υou said to me "The greatness of one's country is beyond price. Everything is good that contributes to its greatness, and in a world where everything has lost its meaning, those lucky few, who, like us young Germans, are fortunate enough to find a meaning in the destiny of our country, must sacrifice everything else to it." I loved you then, but at this point we diverged. "No," I told you, "Everything must not be subordinated to a single end. There are means which cannot be excused, and I should like to be able to love my country, and still love justice." You retorted "Well you don't love your country."

That was five years ago. We have been separated since then. And I can tell you that not a single day has passed during those long years without my remembering your remark "You don't love your country." No, I didn't love my country, if pointing out what is unjust about what one loves amounts to not loving. No, I didn't love my country, if insisting that what one loves measure up to the finest image you have of her amounts to not loving, then I do not love my country.

That was five years ago, and many men in France thought as I did. Some of them have already been stood up against the wall facing the twelve little black eyes of German "destiny", and those men, who in your opinion, did not love their country, did more for it than you can ever do, for their heroism was that they had first to conquer themselves. But I am speaking here of two kinds of greatness, and of a contradiction about which I must enlighten you... " Albert Camus, First Letter to a German Friend


Οι Μαnic Street Preachers, θαυμαστες του Kαμύ, τραγουδουν το "If You Tolerate This Your Children Will Be Next" και οι στιχοι τους δειχνουν οτι εχουν πολυ δικιο...

21.6.10

Eνα "ζιζάνιο" * στην "αποθήκη της Ευρώπης" διηγειται

"Οι γονεις της μητερας μου ζουσαν στην ανεχεια, εχοντας ενα μικρο χοιροτροφειο και οταν μεγαλωναν λιγο τα γουρουνακια τα πουλουσαν στους γειτονες στο χωριο μας Azinhaga στη περιοχη του Ribatejo, [100 χλμ N.A της Λισαβωνας]. 
Ο παππούς και η γιαγιά µου Jerónimo Meirinho και Josefa Caixinha ήταν αναλφάβητοι. Τις χειµωνιάτικες νύχτες που έκανε πολύ κρύο και το νερό πάγωνε, έπαιρναν τα πιο αδύνατα γουρουνάκια τους στο κρεβάτι τους, γλιτώνοντάς τα από βέβαιο θάνατο. Ηταν καλοί άνθρωποι, αλλά αυτό δεν το έκαναν από συµπόνια. Το ψωµί τους ήταν αυτό που εξασφάλιζαν έτσι, µε τη φυσική συµπεριφορά εκείνου που, για να επιβιώσει, δεν έµαθε να σκέφτεται περισσότερα από τα απαραίτητα. Συχνά βοηθούσα τον παππού µου , έσκαβα το χώµα, έκοβα ξύλα για το τζάκι, γυρνούσα τη ρόδα που ανέβαζε το νερό από το κοινοτικό πηγάδι.

...Και μερικές φορές, τις ζεστές νύχτες του καλοκαιριού, μετά το βραδινο, ο παππούς μου ελεγε "José, απόψε θα πάμε για ύπνο, και οι δύο από μας, κατω απο τη συκιά". Υπήρχαν ακομα δύο συκιές, αλλά αυτο το δενδρο επειδή ήταν το μεγαλύτερο, το αρχαιότερο και το πιο διαχρονικό, ήταν, για όλους στο σπίτι, η συκιά. Περισσότερο ή λιγότερο από antonomasia, μια λόγια λέξη που συναντησα πολλά χρόνια αργοτερα και εμαθα τι σημαίνει ...
 Μεσα στην ησυχια της νύχτας, αναμεσα στα ψηλα κλαδιά του δέντρου ένα αστέρι εμφανιστηκε σε μένα και στη συνέχεια, κρύφτηκε αργα πίσω από ένα φύλλο, ενω εγω στρεφοντας το βλέμμα μου αλλου είδα κατι που εμοιαζε με ένα ποτάμι να ρέει σιωπηλο στο κενο του ουρανου, την οπάλ καθαροτητα του Γαλαξία, ''το δρόμο προς το Santiago'' όπως το λεγαμε τοτε στο χωριό.
Αφου καθυστερουσαμε τοτε πολυ να κοιμηθουμε, η νύχτα γεμιζε με τις ιστορίες και τις περιπτώσεις που ο παππούς μου διηγοταν: θρύλους, οραματα, τρομακτικες ιστοριες, μοναδικά επεισόδια, θανατους που συνεβησαν παλια, καυγαδες με ξύλα και πέτρες, τα λόγια των προγόνων μας, μια ακούραστη εξιστορηση των αναμνήσεων που με κρατουσε άγρυπνο, ενώ την ίδια στιγμή με νανουριζε απαλά. Ποτέ δεν ηξερα αν ήταν σιωπηλός όταν καταλαβαινε ότι είχα αποκοιμηθεί, ή αν συνεχιζε να μιλαει, ώστε να μην αφήσει μισο, αναπάντητο το ερώτημα που πάντοτε ερχοταν μετα απο καθυστερημένες παύσεις: "Και μετα;
Ίσως να επαναλαμβανε τις ιστορίες για τον εαυτό του, έτσι ώστε να μην τις ξεχάσει, ή να τις εμπλουτίσει με νέες λεπτομέρειες.
Στην ηλικία αυτή όπως όλοι μας μικροι, φανταζομουν οτι ο παππούς μου Jerónimo ηξερε τα παντα στον κόσμο. Όταν με το πρώτο φως με ξύπνουσε το κελάηδημα των πουλιών ο παππους δεν ήταν εκεί πια, πηγαινε στο χωραφι με τα ζώα του, αφήνοντας με να κοιμηθω. Μετα σηκωνομουν, διπλωνα  στη μεση τη χοντρη κουβέρτα και χωρίς παπούτσια - στο χωριό μου περπατουσα πάντα ξυπόλητος μέχρι τα δεκατέσσερα μου - και με αχυρα ακόμα κολλημένα στα μαλλιά μου, πήγαινα από τα οργωμενα στην αλλη πλευρα, όπου ηταν το χοιροστασιο κοντα στο σπίτι. 
Η γιαγιά που ειχε ηδη σηκωθει πριν από τον παππού, εβαζε μπροστά μου ένα μεγάλο μπολ του καφέ με κομμάτια ψωμιού μέσα και με ρωτουσε αν είχα κοιμηθεί καλά. Αν της ελεγα για κάποια κακό όνειρο, που ειχα δει από τις ιστορίες του παππού, αυτή με διαβεβαίωνε πάντα: "Μην ανησυχεις, στα όνειρα δεν υπάρχει τίποτα αληθινο».
Τοτε σκεφτομουν οτι και η γιαγιά μου ήταν επίσης μια πολύ σοφή γυναίκα, βεβαια δεν μπορούσε να σταθει στο ύψος του παππού, ενος ανθρωπου που, ενω βρισκοταν κάτω από μια συκιά, έχοντας στο πλευρό του τον Jose, τον εγγονό του, μπορούσε να θεσει σε κινηση το σύμπαν μόνο με δυο λόγια. 

Αρκετα χρόνια μετά, όταν ο παππούς μου είχε φυγει από το κόσμο και ήμουν ενηλικος πια, εφτασα να συνειδητοποιήσω ότι η γιαγιά μου, πιστευε επίσης στα όνειρα. Δε θα μπορούσε να υπαρχει άλλος λόγο, που ενω καθοταν ένα βράδυ στην πόρτα του σπιτιου της, όπου τοτε ζουσε μόνη, κοιτάζοντας τα μεγαλύτερα και τα μικρότερα αστέρια απο επανω της είπε αυτά τα λόγια: «Ο κόσμος είναι τόσο όμορφος και είναι τόσο κρίμα που πρεπει να πεθάνω "
Δεν είπε οτι φοβόταν να πεθάνει, αλλά ότι ήταν κρίμα να πεθάνει, λες και η σκληρή ζωή της με την αδυσωπητη δουλειά, της χαριζοταν σχεδον τελευταια στιγμή αποκαλυπτοντας μεσω του υπερτατου τελευταίου αντίο τη παρηγορια της ομορφιας.
Καθόταν στην πόρτα ενός σπιτιού, σαν καμμια άλλη γυναικα που μπορώ να φανταστώ σ όλο τον κόσμο, επειδη σ αυτον ζούσαν οι άνθρωποι που μπορούσαν να κοιμηθουν με τα γουρουνακια σαν να ήταν δικά τους παιδιά, ανθρώποι που λυποντουσαν να εγκαταλείψουν τη ζωή, ακριβώς επειδή ο κόσμος ηταν όμορφος και αυτός ο Jerónimo, ο παππούς μου, χοιροτροφος και παραμυθάς, προαισθανομενος τον θανάτο του να φτάνει και να τον παιρνει είπε αντίο στα δέντρα στην αυλή, ένα προς ένα, αγκαλιάζοντας τα και κλαιγοντας γιατί ήξερε ότι δεν θα εβλεπε ξανά......".

Σημ.*''Σαραµάγκου'' στα πορτογαλικά είναι ένα είδος αγριόχορτου, ζιζάνιου  και εγινε το παρατσουκλι του, οταν  ένας υπάλληλος του ληξιαρχείου το κόλλησε περιπαικτικά δίπλα στο ονοµατεπώνυµο του μικρου Ζοζέ (ντε Σόουζα) Σαραμαγκου (1922-2010) σαν να ηξερε τη μελλοντικη του πορεια σαν συγγραφεα που θα συγκρουοταν με το θρησκευτικο πολιτικο κατεστημενο της εποχης του, που τον τιμωρουσε παρα τις βραβευσεις και παρα τη διεθνη αναγνωριση του ως ενος διανοουμενου που δε φοβαται να λεει τα πραγματα οπως ειναι και να καταγγελει τις αδικιες και τις παραβιασεις που εβλεπε γυρω του.

Το παραπανω κειμενο ειναι μεταφραση απο ενα μερος του λόγου του Σαραμαγκου στη Σουηδική Ακαδηµία, στην τελετή απονοµής του Νοµπέλ, στις 7 Δεκεμβρη 1998, περιγράφοντας το περιβάλλον που µεγάλωσε. 
Το Νοbel το αφιερωσε στην Πορτογαλία που αγαπούσε και που κατα τη γνωμη του θα επρεπε να ειχε κρατηθει μακρια απο την Ευρωπαϊκή Ενωση δικαιολογωντας το με το εξης επιχειρημα: "Είναι ωραίο να έχουµε το κοινό µας σπίτι, όπως λέγεται. Αλλά τα σπίτια έχουν πάντα ένα σαλόνι, µια τραπεζαρία, µια κουζίνα, µια αποθήκη. Η Πορτογαλία θα είναι η αποθήκη της Ευρώπης".

7.6.10

Η αρχη της αδράνειας, ο Pessoa κλπ.

Προς θεου, δεν σκοπευω ν αναφερθω στην αρχή της αδράνειας, στη Φυσικη, οπως αυτη διατυπώθηκε αρχικα από τον Γαλιλαίο, που ισως θυμομαστε, ή οχι απο το μαθημα της φυσικης, [ενα απο τα πιο ψυχοφθόρα-για εμενα-μαθηματα] στο σχολειο..Οχι, σε μια αλλη αδρανεια θελω να αναφερθω, που το εναρκτήριο λάκτισμα της ειναι διαφορετικο για τον καθενα και η πορεια της...αγνωστου διαρκειας.

Τη περασμενη εβδομαδα ακουσαμε και διαβασαμε για 9 νεκρους Τουρκους, με την επίθεση των Ισραηλινών στην αποστολή της ανθρωπιστικής βοήθειας στη Γάζα....
Σημερα διαβαζουμε για τέσσερις ακομη νεκρους, αυτη τη φορα Παλαιστίνιους από πυρά Ισραηλινών κατά του πλοιαρίου τους ανοιχτά της Γάζας. Ποσες προσπαθειες ακομη πρεπει να γινουν για να αποδειχθει το αυτονοητο;
Φθασαμε να διαβαζουμε, πια, ειδησεις που αντι να μας κανουν ...εξω φρενων τις δεχομαστε πλεον παθητικα και ετσι συνηθιζουμε στην αποκρουστικη οψη του τερατος και οσων ακομα ...τερατων (μικρων και μεγαλων) εξυπηρετουν τον ιδιο σκοπο..

Tη διαιωνιση της αδικιας, που μεσω του ιμπεριαλισμου και ενος κακως κυβερνωμενου κρατους δε καταλαβαινει τιποτα και εχει ξεπερασει  κατα πολυ καθε εννοια υβρης.  Το Ισραηλ λεει εψαχνε για [ανυπαρκτα] οπλα και τωρα ακομη, συμφωνα με την ειδηση, αυτο κανει.....και αυτο θα κανει...γιατι αυτο εχει μαθει να κανει, γιατι αυτο του επτρεπουν να κανει.........Εμεις ομως;


"Το να διαλεγω τροπους για να μη δρω υπηρξε ανεκαθεν η μεριμνα και η αποκλειστικη ενασχοληση της ζωης μου. Δεν υποτασσομαι ουτε στο κρατος ουτε στους ανθρωπους. Αντιστεκομαι αδρανως. Το κρατος μπορει μονο να με θελει για καποια δραση. Αν εγω αρνουμαι να δρασω δεν μπορει να επτυχει τιποτα απο μενα. Σημερα πια δεν σκοτωνουν και το μονο που μπορουν να μου κανουν ειναι να με ενοχλησουν. Αν αυτο συμβει θα πρεπει να θωρακισω κι αλλο το πνευμα μου και να ζησω πιο μακρια μεσα στα ονειρα μου. Αλλα αυτο δε συνεβει ποτε. Το κρατος δεν τα βαλε ποτε μαζι μου. Νομιζω πως η τυχη το φροντισε. "

Απο την "Αδρανεια"  του Barão de Teive, ενα ακομη ετερωνυμο του Pessoa, που στο βιβλιο "H αγωγή του στωϊκού" χρεωνει στον  (Bαρωνο) de Teive την ανικανοτητα για προσαρμογη στην καθημερινη ζωη και τις εικασιες του για μια βεβαιοτητα που μονο οι τρελλοι διαθετουν σε μεγαλυτερη αφθονια απ ολους τους αλλους....

Ο Pessoa  φερεται ακομα να λεει, μεσω του Βαρωνου ντε Τέïβε

"Συγκεντρώνω μέσα μου όλες τις προϋποθέσεις για να είμαι ευτυχισμένος, εκτός από την ίδια την ευτυχία. Οι εν λόγω προϋποθέσεις δεν συνδέονται καθόλου μεταξύ τους. "

"Ποτέ δεν κατάφερα να πιστέψω ότι θα μπορούσε κανείς, είτε εγώ ο ίδιος είτε οποιοσδήποτε άλλος, να έχει τη βεβαιότητα ότι θα φέρει κάποια ανακούφιση,
πραγματική ή βαθιά, στις δυστυχίες του ανθρώπου, κι ακόμα λιγότερο να τις γιατρέψει.....
"Κι έτσι, με την εξυπνάδα μου και την αποστασιοποίησή μου από τον κόσμο, έχασα την ευτυχία εξαιτίας κάποιων συνανθρώπων μου που περιφρονούσα".  Πράγματα που μού φαίνονταν χαμερπή και στα οποία απέφυγα να επιδοθώ, είδα να τα κάνουν άλλοι, διαπιστώνοντας έτσι ότι ήταν άκρως συνηθισμένα".
Όχι, ποτέ δεν ένιωσα λύπη για τίποτα. Δεν υπάρχει καμία περίοδος της ζωής μου την οποία να θυμάμαι χωρίς δυσαρέσκεια. Σ' όλη μου τη ζωή ήμουν ο ίδιος - αυτός που έχασε το παιχνίδι, ή δεν αξιώθηκε να γνωρίσει το ελάχιστο πράγμα που λέγεται νίκη. Σίγουρα γνώρισα ελπίδες, αφού τα πάντα είναι είτε ελπίδα, είτε θάνατος. (Barão de Teive,   Pessoa).

Τελος, παραθετω ενα αποσπασμα απο μια συνεντευξη της Μαρως Δουκα που αν και παλια, εγω τη διαβασα σχετικα προσφατα και συγκρατησα τα εξης:
"Ποια πράγματα της κοινωνίας μας σάς αποσυντονίζουν; Πώς ξορκίζετε το κακό;
Η υποκρισία της εξουσίας και η βλακεία του ανθρώπου γενικώς... Πώς τα ξορκίζω; Κατ’ αρχάς θυμώνοντας [....ποσο θα συμφωνησω]. Έπειτα, προσπαθώ να αναζητήσω τα βαθύτερα αίτια, ώσπου μέσα από αυτή την προσπάθεια ξαναβρίσκω τον ρυθμό μου.... "

8.3.10

Ενα μπράβο, ενα ποίημα και ενα κλιπ!

1. Mπραβο στις φιλες  Roadartist και karyatida62 που προβαλλαν το θεμα της Ομονοιας ξεκινωντας απο το... "ενδοξο" παρελθον της και φτανοντας στο αδοξο εγκαταλελειμενο και ντροπιαστικο παρον της!
Γιατι ομως ενα τοσο κεντρικο μερος (και μακαρι να ηταν αυτο μονο!) εγκαταλειφθηκε στη τυχη του και αφεθηκε να "ρημαξει" οταν λογικα οι κυβερνησεις θα επρεπε να δειχνουν καποιο ενδιαφερον, εστω και για τα ματια του κοσμου, τουλαχιστον για καποια μερη τα οποια εκτος των αλλων (ναρκωτικα, αστεγοι, μεταναστες, απαντες....εγκαταλελειμενοι απο την αναλγησια του κρατους) ειναι και ...κεντρικα;
Ας υποθεσουμε οτι αδιαφορουν για τους Ελληνες, καλα, ουτε για τον τουρισμο πια δεν ενδιαφερονται; Η μηπως ουτε η δικαιολογια του...τουρισμου δεν ενδιαφερει τους ιθυνοντες πια; Αλλα τι λεω, αποκλειεται να περνανε τα  γκρουπ για ξεναγηση και απο την Ομονοια....οποτε ας την αφησουμε στη τυχη της ΚΑΙ την Ομονοια και τη ''καθε Ομονοια'' της ζωης μας......... 
Οπως γραφω στα σχολια που αφησα και στις δυο συνbloggers, πιστευω οτι πολλοι πολιτικοι ουτε καν περνανε, πια, απο εκει και μαλλον λενε στους ...σωφερ τους, "με ύφος δέκα καρδιναλίων", φανταζομαι, να τους πανε απο καποια αλλη...'λιγοτερο καταθλιπτικη' διαδρομη.......
Αρχιζω να πιστευω κατα καποιο τροπο οτι ορισμενες περιοχες εχουν εγκαταλειφθει και ΔΕΝ δινουν δεκαρα οι ...καρδιναλιοι πολιτικοι που φυσικα ΔΕΝ περνανε, πια, απο τετοια..."βρωμερα μερη" ουτε αυτοι, αλλα ουτε κανενα αλλο μελος απο τις οικογενειες τους. Για κατι τετοιους μαλλον μονο τα Βορεια προαστεια ειναι περιοχη για να κινηθουν και να κανουν και τις..."εγκυρες" δημοσκοπησεις τους....
Οποτε φτανουμε στο ερωτημα-συμπερασμα: Καλα, αυτοι ΔΕΝ περνανε και δεν ενδιαφερονται. Οι πολιτες, ομως, που κινουνται καθημερινα στην περιοχη αυτη της Αθηνας, με ποια λογικη συνεχιζουν και τους ψηφιζουν (ΠΑΣΟΚ/ΝΔ); Ολοι στις ...πελατειακες σχεσεις στηριζονται, πια, στην Ελλαδα;
Αφου αγανακτουν καποιοι, δεν θα επρεπε να δοκιμασουν μια  αλλη λυση για το μελλον της πολης αυτης (και κατ επεκταση της χωρας αυτης);
Εκτος και αν ολοι αυτοι που λενε οτι....''αγανακτουν'' το μονο που κανουν ειναι να πηγαινουν ΚΑΙ ΑΥΤΟΙ τελικα απο αλλη...διαδρομη (!), oποτε μαλλον ακολουθουν τη τακτικη του ....''what you don’t know won’t hurt you'' (o τι δεν ξερεις δεν μπορει να σε βλαψει!)
Mε λιγα λογια ενας ακομη...στρουθοκαμηλισμος,....ακριβως αυτο που χρειαζομαστε σημερα στην Ελλαδα, με τα χιλια δυο προβληματα....
Ολη αυτη η συζητηση θα μπορουσε να ειναι και ενας μικρος συμβολισμος για τη "λογικη" που επικρατει, σημερα σε μεγαλο βαθμο για πολλα ζητηματα.
Συγχωρεστε με, συμπατριωτες μου, αλλα για κατι τετοιες παραλογες "λογικες" σηκωθηκα και εφυγα απο τη χωρα,  αφου δεν βγαζω πια ακρη.....Εχω αδικο;

2. Ενα ποιημα απο την ποιητρια Edith Södergran που εργαστηκε για την ισοτητα των γυναικων στη Σουηδια. Χρονια μας πολλα, γυναικες! Ας απαιτησουμε καποια πραγματα, τιποτα δεν χαριζεται σε κανενα και καμμια μας, πουθενα !

Vierge moderne- (Edith Södergran)

Jag är ingen kvinna. Jag är ett neutrum.
I am no woman. I am a neuter.
Jag är ett barn, en page och ett djärvt beslut
I am a child, a page and a brave decision,
jag är en skrattande strimma av en scharlakanssol...
I am a laughing streak of the scarlet sun
Jag är ett nät för alla glupska fiskar,
I am a net for the insatiable fish,
jag är en skål för alla kvinnors ära,
I am a toast to the honour of every woman,
jag är ett steg mot slumpen och fördärvet
I am a step towards fortune and destruction,
jag är ett språng i friheten och självet...
I am a leap into the freedom and into the self. .
Jag är blodets viskning i mannens öra,
I am a whisper of desire in the man’s ear,
jag är en själens frossa, köttets längtan och förvägran,
I am a wrenching of the soul and the yearning and the denial of the flesh,
jag är en ingångsskylt till nya paradis.
I am an entry sign to new paradises.
Jag är en flamma, sökande och käck,
I am a flame, seeking and bright,
jag är ett vatten, djupt men dristigt upp till knäna,
I am a water, deep – yet only daring to the knees,
jag är eld och vatten i ärligt sammanhang på fria villkor..
I am fire and water in a sincere setting on free conditions.


3.Απο τη πολυ καλη ταινια ''ΒluesBrothers'': Think (ArethaFranklin).

22.2.10

Ταξιδιάρικη ωδή (for..tough Mondays!)

Ode Marítima (Maritime Ode) Alvaro de Campos (Fernando Pessoa)
(Αποσπασμα)

"...Α, και τα ταξιδια, αυτα της αναψυχης και τ αλλα
τα θαλασσινα ταξιδια, οπου ολοι γινομαστε μια παρεα
Μ ενα τροπο ιδιαιτερο, σαν καποιο θαλασσινο μυστηριο
να φερνει κοντα τις ψυχες μας και μας κανει
για λιγο προσωρινους πατριωτες μιας αβεβαιης πατριδας
αλλαζοντας συνεχεια τοποθεσια πανω στον απεραντο ωκεανο
Μεγαλα ξενοδοχεια της απεραντοσυνης, υπερωκεανια μου!
Με τον απολυτα σωστο κοσμοπολιτισμο
που δε σταματατε ποτε σ ενα σημειο,
αλλα χωρατε μεσα σας ολες τις ενδυμασιες, προσωπα, φυλες
Tαξιδια και ταξιδιωτες — ποσα διαφορετικα ειδη
Ποσες εθνικοτητες στο κοσμο! Ποσα επαγγελματα!
Ποσοι ανθρωποι!
Ποσους διαφορετικους δρομους μπορει να παρει η ζωη
Η ζωη, που στο βαθος ειναι παντα ιδια
Τι παραξενα προσωπα, ολα τα προσωπα ειναι παραξενα
Και τιποτα δε σου δινει την αισθηση της εξιδανικευσης
Τοσο πολυ οσο το να παρατηρεις τον κοσμο συνεχως.
Η αδελφοσυνη δεν ειναι τελικα μια επαναστατικη ιδεα
Ειναι κατι που μαθαινεις με το να ζεις τη ζωη
Οταν πρεπει να αντεχεις τα παντα
Και οταν αρχιζεις να βρισκεις ευχαριστα αυτα
που πρεπει να αντεχεις
Για να φθασεις να να κλαις πραγματικα
για ολα αυτα που ανεχεσαι!.... "


.."And ah the voyages, the holiday cruises, and the rest
The sea voyages where we all get to be fellow passengers
In a special way, as though some mystery of some custom
Had touched our hearts and momentarily changed us
Into travelling compatriots of indeterminate fatherland,
Forever changing location on the vast ocean!
Grand Hotels of the Infinite, oh my transatlantic liners!
With the totally perfect cosmopolitanism of never stopping
at any point
And encompassing every type of costume, countenance and race!
Voyages and voyagers—and so many types of them!
So many nationalities on earth, so many professions,
so many people
So many different directions to steer one´s life,
And life itself , in the end and at heart always the same!
So many strange faces! All faces are strange
And nothing gives one the sense of what’s holy
so much as watching people constantly.
Brotherhood isn’t finally a revolutionary idea,
It´s something you learn by living your life,
When you’ve got to tolerate everything,
And where you begin finding pleasant
what you´ve got to tolerate,
And you end up nearly weeping with tenderness
Over the things you tolerate!..."


Link: Maritime Ode: Alvaro de Campos (Fernando Pessoa)

4.1.10

To "Donal Óg", o James Joyce & "the Dead"



Ηταν αρκετα χρονια πριν οταν πρωτοειδα, στο σινεμα, τη ταινια "The Dead", που υπηρξε και η τελευταια που σκηνοθετησε ο John Huston, βασισμενη στη νουβελλα του James Joyce, (απο τη συλλογη Τhe Dubliners, 1914). Δεν ξερω αν ηταν οι περιστασεις, τοτε, αλλα ειναι απο τις λιγες ταινιες που μου εκαναν τετοια εντυπωση και θα θυμαμαι παντα....
Στη ταινια "Τhe Dead", ο Gabriel Conroy, (Donal McCann) ύστερα από ένα δείπνο, καποια χριστουγεννα, στο σπίτι της θείας του Τζούλιας, μαθαίνει, με το αφηγηματικό τέχνασμα της απροσδόκητης αποκάλυψης, για έναν αδικοχαμενο εφηβικό έρωτα της γυναίκας του, Gretta Conroy, (που την υποδυεται η Αnjelica Huston).
Τοτε ακουσα και το εξαιρετικο ποιημα "Donal Óg" ενος ανωνυμου ποιητη του 8ου αιωνα, (Middle Irish) για τη χαμενη του αγαπη. Πως ομως; Οταν διαβασει κανεις τη νουβελλα του Joyce βλεπει οτι δεν υπαρχει πουθενα εκει αναφορα στο συγκεκριμενο ποιημα. Oταν ο γιος του σκηνοθετη και σεναριογραφος, Τοny Huston, εκανε καποιες αλλαγες στη μεταφορα της νουβελλας στον κινηματογραφο, συμπεριελαβε τοτε κι ενα νεο χαρακτηρα, καποιον Mr Grace, ο οποιος και απαγγελει το ποιημα "Donal Óg". Ετσι ακουσα κι εμαθα για το εξαιρετικο αυτο ποιημα.


"Donal Óg"
Ο τιτλος σημαινει "Young Donal", ενα πολυ συνηθισμενο ονομα αγοριων, στην lρλανδια. Η τελευταια στροφη, ειδικα, ακουγεται πολυ "μοντερνα" για ενα ποιημα του 8ου αιωνα.


It is late last night the dog was speaking of you;
the snipe was speaking of you in her deep marsh.
It is you are the lonely bird through the woods;
and that you may be without a mate until you find me.

You promised me, and you said a lie to me,
that you would be before me where the sheep are flocked;
I gave a whistle and three hundred cries to you,
and I found nothing there but a bleating lamb.

You promised me a thing that was hard for you,
a ship of gold under a silver mast;
twelve towns with a market in all of them,
and a fine white court by the side of the sea.

You promised me a thing that is not possible,
that you would give me gloves of the skin of a fish;
that you would give me shoes of the skin of a bird;
and a suit of the dearest silk in Ireland.

When I go by myself to the Well of Loneliness,
I sit down and I go through my trouble;
when I see the world and do not see my boy,
he that has an amber shade in his hair.

It was on that Sunday I gave my love to you;
the Sunday that is last before Easter Sunday.
And myself on my knees reading the Passion;
and my two eyes giving love to you for ever.

My mother said to me not to be talking with you today,
or tomorrow, or on the Sunday;
it was a bad time she took for telling me that;
it was shutting the door after the house was robbed.

My heart is as black as the blackness of the sloe,
or as the black coal that is on the smith's forge;
or as the sole of a shoe left in white halls;
it was you that put that darkness over my life.

You have taken the east from me;
you have taken the west from me;
you have taken what is before me and what is behind me;
you have taken the moon, you have taken the sun from me;
and my fear is great that you have taken God from me!
Μεταφρ. Augusta Gregory.

Εκείνο ομως που συγκινει και υποβάλλει στη ταινια "Τhe Dead" είναι μια αμυδρη αισθηση θανάτου μαζί με μια συμπάθεια και εναν οίκτο για την ανθρώπινη μοίρα. Απο αυτη τη μικρή αποκαλυψη της Gretta στον Gabriel, ενας ολόκληρος κόσμος θα αρχισει να ξετυλιγεται μέσα του, και συμβολικα θα πάρει κοσμογονικές διαστάσεις που δεν αφορουν πια μονο τον περίγυρο, ούτε μονο την Ιρλανδία, αλλα τον κοσμο ολο, οταν στη ταινια ολα καλυπτονται συμβολικα και κυριολεκτικα κάτω από το χιόνι.
Τα λογια και ο θρηνος της Gretta Conroy (για το αδικο τελος του νεαρου Μichael Furey, που γνωριζε καποτε), εκφραζουν τις σκεψεις του James Joyce: Δεν εχει σημασια ποσο καιρος εχει περασει απο το θανατο καποιων, οι νεκροι παντα θα επηρεαζουν αυτους που ειναι ακομη ζωντανοι.
Ο κυνισμός, του James Joyce, ο αντικληρικαλισμός, η επαρση του και ο προκλητικός, για την εποχη του αθεϊσμός, βρισκονται πιο μετα στο εργο του "A Portrait of the Artist as a Young Man " (Το Πορτραίτο του καλλιτέχνη) και αποκορυφωνονται στο "Ulysses" (Οδυσσέας).
Ομως στο "The Dead", υπάρχουν ακόμα περιθωρια για μεταστροφή. Η στιγμή του non serviam (δεν θα υπηρετήσω), εννοώντας καμμία ηθική τάξη, σύμβαση, γλώσσα, λογοτεχνική νόρμα, κανένα κανόνα κ.λπ., δεν έχει έρθει ακόμα.....

Aκολουθει ενα απο τα καλυτερα, (κατα τη γνωμη μου), αποσπασματα: 
From Τhe Dead (J. Joyce)

"…She was fast asleep.

Gabriel, leaning on his elbow, looked for a few moments unresentfully on her tangled hair and half-open mouth, listening to her deep-drawn breath. So she had had that romance in her life: a man had died for her sake. It hardly pained him now to think how poor a part he, her husband, had played in her life. He watched her while she slept, as though he and she had never lived together as man and wife. His curious eyes rested long upon her face and on her hair: and, as he thought of what she must have been then, in that time of her first girlish beauty, a strange, friendly pity for her entered his soul. He did not like to say even to himself that her face was no longer beautiful, but he knew that it was no longer the face for which Michael Furey had braved death.


Perhaps she had not told him all the story. His eyes moved to the chair over which she had thrown some of her clothes. A petticoat string dangled to the floor. One boot stood upright, its limp upper fallen down: the fellow of it lay upon its side. He wondered at his riot of emotions of an hour before. From what had it proceeded? From his aunt's supper, from his own foolish speech, from the wine and dancing, the merry-making when saying good-night in the hall, the pleasure of the walk along the river in the snow. Poor Aunt Julia! She, too, would soon be a shade with the shade of Patrick Morkan and his horse. He had caught that haggard look upon her face for a moment when she was singing Arrayed for the Bridal. Soon, perhaps, he would be sitting in that same drawing-room, dressed in black, his silk hat on his knees. The blinds would be drawn down and Aunt Kate would be sitting beside him, crying and blowing her nose and telling him how Julia had died. He would cast about in his mind for some words that might console her, and would find only lame and useless ones. Yes, yes: that would happen very soon.


The air of the room chilled his shoulders. He stretched himself cautiously along under the sheets and lay down beside his wife. One by one, they were all becoming shades. Better pass boldly into that other world, in the full glory of some passion, than fade and wither dismally with age. He thought of how she who lay beside him had locked in her heart for so many years that image of her lover's eyes when he had told her that he did not wish to live.


Generous tears filled Gabriel's eyes. He had never felt like that himself towards any woman, but he knew that such a feeling must be love. The tears gathered more thickly in his eyes and in the partial darkness he imagined he saw the form of a young man standing under a dripping tree. Other forms were near. His soul had approached that region where dwell the vast hosts of the dead. He was conscious of, but could not apprehend, their wayward and flickering existence. His own identity was fading out into a grey impalpable world: the solid world itself, which these dead had one time reared and lived in, was dissolving and dwindling.


A few light taps upon the pane made him turn to the window. It had begun to snow again. He watched sleepily the flakes, silver and dark, falling obliquely against the lamplight. The time had come for him to set out on his journey westward. Yes, the newspapers were right: snow was general all over Ireland. It was falling on every part of the dark central plain, on the treeless hills, falling softly upon the Bog of Allen and, farther westward, softly falling into the dark mutinous Shannon waves. It was falling, too, upon every part of the lonely churchyard on the hill where Michael Furey lay buried. It lay thickly drifted on the crooked crosses and headstones, on the spears of the little gate, on the barren thorns. His soul swooned slowly as he heard the snow falling faintly through the universe and faintly falling, like the descent of their last end, upon all the living and the dead".